cytogony

cytogony
n. [Gr. kytos, container; gonos, progeny]
Reproduction by single cells.

Online Dictionary of Invertebrate Zoology. . 2005.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • cytogony — cy·tog·o·ny (si togґə ne) [cyto + Gr. gonos seed] cytogenic reproduction …   Medical dictionary

  • κυτταρογονία — η βιολ. άλλη ονομ. τής αμφιγονίας ή εγγενούς αναπαραγωγής. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. είναι απόδοση στην ελλ. ελληνογενούς ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. cytogony < cyto (βλ. κυτταρο ) + gony < λατ. gonia < γονεία < γονεύς. Η λ. μαρτυρείται από το 1893… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”